σαπούνισμα

το, Ν [σαπουνίζω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαπουνίζω, ο καθαρισμός, το πλύσιμο με σαπούνι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαπούνισμα — [сапунизма] ουσ. о. намыливание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαπούνισμα — το, ατος πλύσιμο με σαπούνι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποσάπουνο — το κ. σαπουνάδες, οι τα νερά που μένουν μετά το σαπούνισμα …   Dictionary of Greek

  • λαμπρύνω — λάμπρυνα, λαμπρύνθηκα 1. κάνω κάτι λαμπρό, φωτεινό: Με το σαπούνισμα λάμπρυνε το πρόσωπό του. 2. δοξάζω, δίνω αίγλη, ομορφαίνω κάτι: Λάμπρυνε με την παρουσία του την τελετή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.